PROTOTHEMA

City Stories

Η τεχνική του Αλέκου Φασιανού

Η τεχνική του Αλέκου Φασιανού

Η γκαλερί Kapopoulos Fine Arts στο Golden Hall φιλοξενεί μία έκθεση με μία σειρά μεταξοτυπιών του καταξιωμένου Έλληνα ζωγράφου

Μια σειρά μεταξοτυπιών περιορισμένης έκδοσης των τελευταίων ετών του Αλέκου Φασιανού, παρουσιάζει η γκαλερί Kapopoulos Fine Arts στο Golden Hall.  Η έκθεση θα εγκαινιασθεί το Σάββατο 22 Απριλίου στις 13.00 παρουσία του καλλιτέχνη.  Έχει τίτλο «Τεχνική» και με αυτήν ο καταξιωμένος ζωγράφος εστιάζει  στην  ανάδειξη  της  τεχνικής  της  σωστής  μεταξοτυπίας.

Στα πολλαπλά του έργα μικτής τεχνικής ο Αλέκος Φασιανός μεταφέρει μοναδικές μυθολογίες της καθημερινότητας. Τοποθετεί στο κέντρο τον άνθρωπο, για να του προσδώσει αδρά στοιχεία ελληνικότητας. Οι φιγούρες του άλλοτε ζευγαρωμένες και άλλοτε μοναχικές είναι σύμβολα ζωής, λουσμένα στο φως. Αναδεικνύουν την απλότητα της έκφρασης, την καθαρότητα των γραμμών, τη δυναμική του χρώματος, της κίνησης, την αυθεντικότητα της εικόνας. Με τα εκτυφλωτικά κόκκινα, τα λαμπρά χρυσά και τα έντονα μπλε σε αγαπημένες θεματικές. Ποδηλάτες, καπνίζοντες και ερωτευμένοι με φτερά ανοιχτά, φουλάρια να ανεμίζουν και πουλιά να στέλνουν μηνύματα ελευθερίας και έκφρασης. Εμπνεύσεις βαθιά ποιητικές γεμάτες από την αλήθεια και τον λυρισμό του εικαστικού λόγου του Αλέκου Φασιανού.



Ο Αλέκος Φασιανός είναι από τους σπουδαιότερους και πιο γνωστούς Έλληνες καλλιτέχνες. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ (1956-1960) με δάσκαλο το Γ. Μόραλη. Το 1960 έφυγε με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης στο Παρίσι, για να μελετήσει μέχρι το 1963 λιθογραφία στην Ecole des Beaux-Arts με δάσκαλους τους Ε. Clairin και G. Dayez. Μετά από μια πρώτη και πολύ σύντομη περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας επηρεάστηκε από την αφηρημένη τέχνη (1957-1958), υιοθέτησε ένα πολύ προσωπικό ύφος, το οποίο υπηρετεί εφεξής πιστά την παραστατική ζωγραφική. Ήδη από τη δεκαετία του '60 διαμόρφωσε μια συγκεκριμένη θεματολογία, αμιγώς ανθρωποκεντρική, έστω και υπαινικτικά στα έργα όπου ο άνθρωπος απουσιάζει. Η συγκεκριμένη θεματολογία με την πάροδο των χρόνων μετατράπηκε, σιγά σιγά, σε μέγιστη εικαστική πραγματεία περί καθημερινότητας. 

Ωστόσο, τόσο στην αρχή όσο και αργότερα, όταν διαμορφώθηκε οριστικά το ύφος της γραφής του, οι ανθρώπινες μορφές, οι εσωτερικοί χώροι, οι νεκρές φύσεις και, σε πιο περιορισμένο βαθμό, τα τοπία του δε θα μπορούσαν απλά να χαρακτηριστούν έργα ρεαλιστικής ζωγραφικής. Οι εικόνες του δε φιλοδοξούν να αποδώσουν ρεαλιστικά ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, ένα αντικείμενο κλπ., αλλά πολύ περισσότερο να περιγράψουν καταστάσεις. Έτσι τυποποιήθηκαν και έγιναν σύμβολα μιας ιστορίας: της ιστορίας της ελληνικής μικροαστικής μεταπολεμικής κοινωνίας, ειδικότερα της Αθήνας, την οποία ο καλλιτέχνης έζησε παιδί και, στη συνέχεια, απέδωσε εικαστικά, συνδέοντας την αφενός με περιστασιακές θεματικές αναφορές στη μυθολογία και την ιστορία του έθνους, και αφετέρου με μόνιμες φορμαλιστικές αναφορές στην αρχαία ζωγραφική. 



Αυτό, Βέβαια, ισχύει από τη δεκαετία του ‘70 και ύστερα, γιατί αρχικά οι μορφές του έμοιαζαν με χοντρές χρωματιστές καρικατούρες, κάπως σαν χιονάνθρωποι, και απέπνεαν μια δόση κοινωνικής κριτικής, αφού και θεματολογικά περιορίζονταν σε ένστολους αξιωματικούς ή στυλιζαρισμένους κυρίους με ημίψηλα. Μορφοπλαστικά μάλιστα, συγγένευαν με τις πρώτες φιγούρες του J. Dubuffet και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την αρχαία ελληνική τέχνη. Στη δεκαετία του ‘70, η χρωματική κλίμακα σε απαλούς τόνους του ροζ ή έντονους του κίτρινου, της ώχρας και του γαλάζιου δίνει αρκετά γρήγορα τη θέση της σε μια έντονη χρωματολογικά κλίμακα με έμφαση στα καθαρά μπλε και κόκκινα. 

Σε μια πρώτη φάση, μάλιστα, το σχέδιο χαράσσεται πάνω στην πάστα του χρώματος. Η οικείωσή του με τον Καραγκιόζη, ήρωα των παιδικών του χρόνων, δεν είναι αμέτοχη ούτε στον τρόπο που οι φιγούρες του στέκονται στον χώρο, δηλαδή στο συχνά λευκό και πάντα απέριττο φόντο, ούτε στη σχετική παραμόρφωση στην οποία τις υποβάλλει. Ο αυθορμητισμός της γραφής του και η απλότητα της, που λανθασμένα χαρακτηρίζεται ως παιδικότητα, μαρτυρούν μια άλλη πηγή έμπνευσης του: τη λαϊκή ζωγραφική και, ειδικότερα, το Θεόφιλο. Η αμεσότητα, όμως, και η απλότητα που χαρακτηρίζουν τα έργα του επιτυγχάνονται μέσα από μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση από αυτήν τόσο του Θεάτρου Σκιών όσο και της λαϊκής ζωγραφικής.


 
Η ζωγραφική στη δική του περίπτωση συνειδητά αποδύεται τον «έντεχνο» χαρακτήρα της, προς όφελος της απλοποίησης. Οι σχέσεις του με τους «δασκάλους» της Γενιάς του '30, και ειδικότερα με το Γ. Τσαρούχη, και η σύμπτωση των απόψεων τους ενέτειναν την εμμονή κάποιων στοιχείων στο έργο του, χωρίς να επιφέρουν την παραμικρή αλλοίωση στο ύφος του. Είναι η περίοδος που εμφανίζονται τα διακοσμητικά μοτίβα που έχουν να κάνουν άλλοτε με το μύθο της ελληνικότητας (τραπεζάκια και καρέκλες καφενείου, αρχαία μνημεία και ερείπια) και άλλοτε με τον προσωπικό του μύθο (ηλεκτρικοί λαμπτήρες, φουλάρια, τσιγάρα, ποδήλατα κλπ.). Και στις δύο περιπτώσεις τα στοιχεία λειτουργούν σκηνογραφικά και είναι τοποθετημένα όπως στο Θέατρο Σκιών. 

Κάθε πίνακας του, πέρα από το ότι αποτελεί μια παραλλαγή της μεγάλης καθημερινής ιστορίας, δείχνει και από μόνος του μια στιγμή επιμέρους ιστορίας. Άλλοτε πρόκειται για τον Αθηναίο που πάει για ψώνια με το ποδήλατο στη γειτονιά, άλλοτε για το ζευγάρι που ζει τον έρωτα του σε ένα πολύ συνηθισμένο δωμάτιο, άλλοτε για τον καβαλάρη που κατεβαίνει με το άλογο του σε μια παραλία για να παίξει με τα κύματα. Η εικονοποιητική αφηγηματικότητά του είναι τόσο μεγάλη, ώστε να δίνει ενίοτε στα έργα του ένα χαρακτήρα κόμικ, διότι συχνά οι θεατές τους περιμένουν να δουν την επόμενη εικόνα της ιστορίας. 

Σταδιακά οι μεμονωμένες στατικές φιγούρες έχουν αποκτήσει περισσότερη κίνηση, ενώ η παρουσία ζευγαριών γίνεται όλο και πιο συχνή. Ήδη, όμως, οι ανθρώπινες μορφές είναι σχεδόν όμοιες από τον έναν πίνακα στον άλλο, και πλέον δε διακρίνονται παρά δύο γενικές κατηγορίες: οι άντρες και οι γυναίκες. Σιγά σιγά θα μετατραπούν σε αρχετυπικές μορφές και δε θα διαφέρουν παρά στη στάση και στο ντύσιμο. Περίπου την ίδια εποχή αρχίζει να εμφανίζεται στο φόντο, συνήθως σε γραμμικό ελεύθερο σχέδιο, η νέα πόλη των Αθηνών με τις πολυκατοικίες της. Παράλληλα, ζωγραφίζει νεκρές φύσεις που εντείνουν τη σχέση με την καθημερινότητα, και τονίζουν την ιδιαιτερότητα του τρόπου ζωής στην Ελλάδα. 



Προβάλλει τις μικρές αλλά χαρακτηριστικές στιγμές του ελληνικού καλοκαιριού. Στους πίνακες του βρίσκουν τη δέση τους οι μέλισσες, τα καρπούζια, τα ροδάκινα, τα ψάρια, τα βαπόρια και ό,τι άλλο θυμίζει Ελλάδα και ειδικότερα Αιγαίο. Είναι η εποχή που αποφασίζει να περνάει τις διακοπές του στην Τζια, πράγμα που Θα σημαδέψει καθοριστικά τη θεματογραφία του. Το 1980 ξεκινάει με την επικράτηση των πλακάτων χρωμάτων, κυρίως του μπλε και αρκετά συχνά του χρυσού (φύλλα χρυσού), ασφυκτικά κλεισμένων μέσα στις φόρμες των σωμάτων, ενώ οι διαστάσεις των πινάκων μεγαλώνουν, υπακούοντας, 8α έλεγε κανείς, στην επιθετικότητα του χρώματος, έτσι ώστε να έχουμε έργα που να πλησιάζουν σε μήκος τα 5 μέτρα. Την ίδια περίοδο κάνει αρκετά έργα με την τεχνική του λαδοπαστέλ, πλούσια σε τονικές διαβαθμίσεις του ίδιου χρώματος και σε συνδυασμό με άλλα. 

Ούτως ή άλλως, σε κάθε χρονική περίοδο πέρναγε από το ένα είδος ζωγραφικής στο άλλο, από το απλό στο χρωματιστό σχέδιο με λάδι, από το μονόχρωμο, αδιαβάθμητο τονικά πίνακα στις πληθωρικές συνθέσεις με τις πλήρεις ηδυπάθειας φιγούρες, και από τα χαρακτικά και τις μεταξοτυπίες στους δουλεμένους με φύλλα χρυσού πίνακες, διατηρώντας, όμως, πάντα, ό,τι και να έκανε, από το πλέον απλό έως το πιο σύνθετο, το προσωπικό του ύφος. Η αμεσότητα του έργου του οφείλει πολλά και στη μελέτη της αρχαίας ζωγραφικής και στη μαθητεία κοντά στους δασκάλους της Γενιάς του '30 και στη σχέση του με το Θέατρο Σκιών. Οφείλει όμως εξίσου και στην ιδιαίτερη και ευαίσθητη ματιά με την οποία ο ίδιος ατενίζει τον κόσμο ματιά τόσο προσωπική και καθορισμένη από την ταυτότητα του, που τουλάχιστον θεματικά τα χρόνια που πέρασε στο Παρίσι δεν μπόρεσαν να την αλλοιώσουν. Παράλληλα, από τα μέσα της δεκαετίας του 70, ενδιαφέρθηκε για τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία και φιλοτέχνησε σκηνικά και κοστούμια για κλασικά και σύγχρονα έργα σε κρατικές σκηνές (Εθνικό θέατρο, ΕΛΣ) αλλά και στο ελεύθερο θέατρο. Ασχολήθηκε επίσης με το αρχαίο δράμα.

Έργα του βρίσκονται στην ΕΠΜΑΣ, στην Πινακοθήκη Αβέρωφ, στις Π.Δ. Αθηναίων, Ρόδου, στο ΜΜΣΤ, θεσσαλονίκη, στη Συλλ. ΜΙΕΤ, στο Musee d'Art Mo-derne, Παρίσι κ.α. Τιμήθηκε από το γαλλικό κράτος με το Ανώτατο Παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών, και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών (1999).

Info
Τεχνική
Kapopoulos Fine Arts
Λεωφ. Κηφισίας 37Α & Σπύρου Λούη, Μαρούσι
Εγκαίνια έκθεσης: Σάββατο 22 Απριλίου στις 13.00
Διάρκεια έκθεσης: Ως τις 6 Μαΐου
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα ως Παρασκευή 10.00-21.00, Σάββατο 10.00-20.00
Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε όλη την έκτακτη επικαιρότητα πρώτοι!
Ακολουθήστε μας στα

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

2500  χαρακτήρες απομένουν

* Υποχρεωτικά πεδία